Η θέση ποινικολόγου για κράτηση πατέρα

Η επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση ενός υπόπτου δεν αποτελεί από μόνη της λόγο ώστε να μην τεθεί ή να μην παραμείνει υπό κράτηση, δήλωσε την Τρίτη στο ΚΥΠΕ ο δικηγόρος – ποινικολόγος Ανδρέας Χρίστου, αναφερόμενος στην υπόθεση του θανάτου του τρίχρονου αγοριού στην Πάφο.
Όπως εξήγησε, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου ο ύποπτος είναι γονέας που έχει χάσει το παιδί του, το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν προβλέπει διαφορετική μεταχείριση ως προς την κράτηση.
«Όχι, δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι η ψυχολογική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί λόγο για να διαφοροποιηθεί το καθεστώς κράτησής του.
Ο κ. Χρίστου σημείωσε, ωστόσο, ότι η κράτηση δεν εμποδίζει την παροχή της αναγκαίας ιατρικής ή ψυχιατρικής φροντίδας στον ύποπτο. Όπως ανέφερε, εφόσον ζητηθεί σχετική υποστήριξη, το κράτος έχει υποχρέωση να προχωρήσει άμεσα στις απαραίτητες διευθετήσεις, μέσω νοσηλείας στο Νοσοκομείο ή σε άλλη εξειδικευμένη δομή.
«Ενδεχομένως, εάν χρειάζεται κάποια υποστήριξη εντός νοσοκομείου, τότε ναι, θα μπορούσε να παρασχεθεί, ή εντός κάποιας άλλης κλινικής με πιο εξειδικευμένη αρμοδιότητα», είπε.
Ο κ. Χρίστου σημείωσε παράλληλα ότι η κυπριακή νομοθεσία δεν προβλέπει ειδική μεταχείριση ως προς την κράτηση σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη, διευκρινίζοντας ότι από τη στιγμή που ένα πρόσωπο είναι ποινικά υπεύθυνο, εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες ποινικές διαδικασίες.
Εξηγώντας τη νομική διάκριση μεταξύ αμέλειας και πρόθεσης, ο κ. Χρίστου ανέφερε ότι όταν ο θάνατος επέρχεται από αμελή συμπεριφορά, η ποινική αντιμετώπιση είναι διαφορετική από εκείνη που αφορά ανθρωποκτονία εκ προθέσεως.
«Όταν κάποιος ενεργεί αμελώς, τότε είναι διαφορετική η ποινική αντιμετώπισή του, γιατί δεν είχε την πρόθεση να το πράξει, αλλά αυτό που τιμωρείται είναι ότι δεν έλαβε τα προσήκοντα μέτρα για να αποφευχθεί ο θάνατος», είπε.
Σε ό,τι αφορά την προβλεπόμενη ποινή, ο κ. Χρίστου εκτίμησε ότι η υπόθεση εμπίπτει στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά αμελή, αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη συμπεριφορά από την οποία επέρχεται θάνατος.
Όπως ανέφερε, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι τα τέσσερα χρόνια φυλάκισης, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, να επιβάλει ποινή φυλάκισης με αναστολή ή ακόμη και χρηματικό πρόστιμο.

