Η Παιδεία είναι η καλύτερη επένδυση

Η παιδεία είναι η σημαντικότερη επένδυση που μπορεί να κάνει ένα κράτος για το μέλλον, καθώς οι υποδομές, οι δρόμοι, τα κτίρια και ο εξοπλισμός είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη μιας χώρας, όμως τίποτα από αυτά δεν μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά χωρίς ανθρώπους με γνώσεις, δεξιότητες, δημιουργικότητα και κριτική σκέψη. Ένας καλά μορφωμένος νέος μπορεί να δημιουργήσει, να καινοτομήσει, να επιχειρήσει, να εργαστεί σε ένα σύγχρονο επάγγελμα και να συμβάλει ουσιαστικά στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Κύπρου. Η επένδυση στην παιδεία, επομένως, δεν αφορά μόνο το σχολείο και τους μαθητές, αλλά την ίδια την πορεία της χώρας και τις δυνατότητές της να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος. Για να μπορέσει, όμως, η Κύπρος να δημιουργήσει ένα πραγματικά σύγχρονο και αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα, χρειάζεται πρώτα να αντιμετωπίσει ένα βασικό και ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα, τον υπερπληθυσμό στις σχολικές μονάδες. Δεν αρκεί να αναβαθμίζουμε τα υφιστάμενα σχολεία ή να τοποθετούμε σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό όταν οι αίθουσες δεν επαρκούν για τον αριθμό των μαθητών και όταν παιδιά και εκπαιδευτικοί καλούνται να λειτουργήσουν σε συνθήκες που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες ενός σύγχρονου σχολείου. Η ποιότητα της εκπαίδευσης συνδέεται άμεσα και με το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή παρέχεται και επομένως η αντιμετώπιση του προβλήματος της χωρητικότητας πρέπει να αποτελέσει μία από τις βασικές προτεραιότητες της Πολιτείας. Η Κύπρος χρειάζεται ένα μεγάλο και μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ανέγερσης νέων σχολικών μονάδων, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου ο μαθητικός πληθυσμός αυξάνεται και οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις δεν μπορούν πλέον να ανταποκριθούν στις ανάγκες. Η ανάπτυξη νέων οικιστικών περιοχών, οι δημογραφικές αλλαγές και η αύξηση του πληθυσμού πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στον σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής, ώστε το κράτος να μην περιμένει μέχρι ένα σχολείο να φτάσει στα όριά του για να αποφασίσει την ανέγερση μιας νέας μονάδας. Χρειάζεται προγραμματισμός αρκετά χρόνια νωρίτερα, με βάση τις ανάγκες που διαμορφώνονται και κυρίως τις ανάγκες που αναμένεται να δημιουργηθούν τα επόμενα χρόνια. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές στις Τεχνικές Σχολές, όπου η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση αποτελεί σημαντικό κομμάτι του εκπαιδευτικού συστήματος και μπορεί να προσφέρει στους νέους ουσιαστικές γνώσεις και επαγγελματικές δεξιότητες. Όταν όμως, ένας μαθητής ενδιαφέρεται να ακολουθήσει τεχνική εκπαίδευση και δεν μπορεί να εγγραφεί επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς κτιριακό αλλά αφορά τις ίδιες τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες που προσφέρει το κράτος στους νέους. Κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να περιορίζεται στις εκπαιδευτικές του επιλογές επειδή δεν υπάρχει επαρκής χωρητικότητα και εάν υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για τις Τεχνικές Σχολές, η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς η διαχείριση των διαθέσιμων θέσεων. Η Πολιτεία πρέπει να εξετάσει σοβαρά την ίδρυση νέων σχολικών μονάδων, την επέκταση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων και τη δημιουργία περισσότερων εργαστηρίων και ειδικοτήτων, ώστε να μπορούν να φοιτήσουν όλοι οι μαθητές που επιλέγουν αυτή την κατεύθυνση. Η τεχνική εκπαίδευση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται
ως δεύτερη επιλογή, αλλά ως ένας σημαντικός πυλώνας του εκπαιδευτικού συστήματος, ο οποίος μπορεί να προσφέρει στους νέους επαγγελματικές διεξόδους και ταυτόχρονα να καλύψει σημαντικές ανάγκες της κυπριακής οικονομίας. Παράλληλα, η εικόνα των μετακινούμενων και λυόμενων αιθουσών σε σχολεία δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη λύση για ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι λυόμενες αίθουσες μπορεί να χρησιμοποιηθούν προσωρινά, όμως δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και την ανέγερση μόνιμων σχολικών εγκαταστάσεων. Όταν η προσωρινή λύση μετατρέπεται σε μόνιμη πραγματικότητα, αυτό δείχνει ότι υπάρχει ανάγκη για έναν πιο σοβαρό και οργανωμένο σχεδιασμό των σχολικών υποδομών, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις σημερινές ανάγκες αλλά και αυτές που θα προκύψουν στο μέλλον. Για τον λόγο αυτό, η Πολιτεία πρέπει να καταρτίσει έναν δεκαετή εθνικό σχεδιασμό σχολικών υποδομών, μέσα από τον οποίο θα καταγραφούν οι ανάγκες κάθε περιοχής, θα υπολογιστούν οι αναμενόμενες μεταβολές του μαθητικού πληθυσμού και θα καθοριστούν συγκεκριμένες προτεραιότητες για την ανέγερση νέων σχολείων. Παράλληλα, χρειάζεται συνεχής συντήρηση και αναβάθμιση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, ώστε τα σχολεία να είναι ασφαλή, λειτουργικά και κατάλληλα για τις ανάγκες μαθητών και εκπαιδευτικών. Η αντιμετώπιση του υπερπληθυσμού, όμως, πρέπει να συνδυαστεί και με αλλαγές στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Τα αναλυτικά προγράμματα χρειάζεται να ανταποκρίνονται περισσότερο στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής, καθώς το σχολείο δεν μπορεί να βασίζεται κυρίως στην αποστήθιση πληροφοριών. Οι μαθητές πρέπει να αποκτούν κριτική σκέψη, δημιουργικότητα, συνεργατικές δεξιότητες, ψηφιακές ικανότητες και την ικανότητα να αναζητούν πληροφορίες, να τις αξιολογούν και να επιλύουν προβλήματα. Η εκπαίδευση πρέπει να προετοιμάζει τους νέους όχι μόνο για τις εξετάσεις αλλά και για έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς. Σε αυτή την προσπάθεια η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο, αρκεί να αξιοποιηθεί σωστά και όχι απλώς ως ένας ακόμη εξοπλισμός μέσα στην τάξη. Η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίσει σύγχρονες ψηφιακές υποδομές, αξιόπιστο διαδίκτυο, κατάλληλο εξοπλισμό και πρόσβαση σε σύγχρονα εκπαιδευτικά εργαλεία, ενώ η εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης και άλλων νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό, ώστε οι μαθητές να μάθουν όχι μόνο να χρησιμοποιούν την τεχνολογία αλλά και να κατανοούν τις δυνατότητες, τους κινδύνους και τις ευθύνες που τη συνοδεύουν. Ταυτόχρονα, οι σχολικές μονάδες πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία, καθώς κάθε σχολείο έχει τις δικές του ανάγκες και αντιμετωπίζει διαφορετικές κοινωνικές και εκπαιδευτικές συνθήκες. Το κράτος πρέπει να θέτει τους βασικούς κανόνες, τους στόχους και τα απαραίτητα πρότυπα ποιότητας, αλλά παράλληλα να δίνει στις σχολικές μονάδες μεγαλύτερη δυνατότητα να σχεδιάζουν και να υλοποιούν δράσεις που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των μαθητών τους. Η μεγαλύτερη αυτονομία, βέβαια, πρέπει να συνοδεύεται από λογοδοσία, αξιολόγηση και τους απαραίτητους πόρους, ώστε κάθε σχολείο να μπορεί πραγματικά να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του.
Καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, όμως, δεν μπορεί να πετύχει χωρίς επένδυση στους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στα σχολεία. Χρειάζονται περισσότεροι σχολικοί ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί σύμβουλοι, ειδικοί παιδαγωγοί και άλλοι επαγγελματίες που μπορούν να στηρίξουν μαθητές και οικογένειες. Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να καλείται να αντιμετωπίσει μόνος του μαθησιακές δυσκολίες, κοινωνικά προβλήματα, ζητήματα συμπεριφοράς, σχολικό εκφοβισμό και οικογενειακές δυσκολίες. Η παιδεία είναι η καλύτερη επένδυση γιατί τα αποτελέσματά της δεν περιορίζονται σε μία σχολική χρονιά, ένα παιδί που λαμβάνει ποιοτική εκπαίδευση σήμερα είναι ο αυριανός επαγγελματίας, επιστήμονας, τεχνίτης, επιχειρηματίας, εκπαιδευτικός ή πολίτης που θα συμβάλει στην ανάπτυξη της χώρας. Γι’αυτό η επένδυση στην παιδεία έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, καθώς δημιουργεί ανθρώπους που μπορούν με τη σειρά τους να δημιουργήσουν, να παράγουν, να καινοτομήσουν και να ενισχύσουν την κοινωνία και την οικονομία. Η πραγματική επένδυση στην παιδεία ξεκινά από το να διασφαλίσουμε ότι κανένα παιδί δεν θα μένει πίσω επειδή δεν υπάρχει χώρος στην τάξη του και συνεχίζεται με τη δημιουργία ενός σχολείου σύγχρονου, ασφαλούς, ανθρώπινου και προσαρμοσμένου στις ανάγκες του 21ου αιώνα. Το μέλλον της Κύπρου χτίζεται κυρίως μέσα στις σχολικές αίθουσες, εκεί όπου διαμορφώνονται οι γνώσεις, οι δεξιότητες, οι αξίες και οι άνθρωποι που θα καθορίσουν την Κύπρο του αύριο.
Χρύσανθος Σαββίδης
Βουλευτής ΔΗΚΟ

