Χαμηλές συντάξεις: ένα διαρθρωτικό έλλειμμα δικαιοσύνης

Το ζήτημα των χαμηλών συντάξεων αποτελεί διαρθρωτικό πρόβλημα του συνταξιοδοτικού μας συστήματος, με οικονομικές και θεσμικές προεκτάσεις. Η συζήτηση παραμένει συχνά επιφανειακή. Εστιάζει στο αποτέλεσμα, το ύψος της σύνταξης, χωρίς να εξετάζει επαρκώς τους μηχανισμούς που το παράγουν. Αυτό έχει ως συνέπεια να ανακυκλώνεται το πρόβλημα αντί να αντιμετωπίζεται.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν οι αυτοτελώς εργαζόμενοι. Πρόκειται για μια κατηγορία πολιτών με καθοριστική συμβολή στην τοπική οικονομία, ειδικά στην ύπαιθρο και στις μικρές κοινότητες. Η επαγγελματική τους διαδρομή χαρακτηρίζεται από αστάθεια εισοδήματος, αυξημένο λειτουργικό κόστος και περιορισμένη δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η ασφαλιστική τους συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα προσαρμογής σε πραγματικές οικονομικές συνθήκες. Η καταβολή εισφορών σε χαμηλότερη βάση, είτε λόγω περιορισμένων δυνατοτήτων είτε λόγω αβεβαιότητας, μεταφράζεται αναπόφευκτα σε χαμηλό συνταξιοδοτικό αποτέλεσμα.
Το σύστημα λειτουργεί ορθολογικά ως προς τη λογική του. Δεν λειτουργεί, όμως, δίκαια ως προς το αποτέλεσμά του. Η στρέβλωση αυτή εντείνεται από τη διαχρονική απουσία κινήτρων για ενίσχυση της ασφαλιστικής βάσης των αυτοτελώς εργαζομένων, αλλά και από την έλλειψη μηχανισμών εξισορρόπησης για περιπτώσεις ασταθούς επαγγελματικής πορείας.
Σημαντικός αριθμός συνταξιούχων, ιδιαίτερα από τον χώρο της αυτοεργοδότησης, καταλήγει με εισοδήματα που δεν ανταποκρίνονται ούτε στις βασικές ανάγκες διαβίωσης. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα αυξημένα ποσοστά κινδύνου φτώχειας στις ηλικίες άνω των 65 ετών. Η πολιτεία επιχειρεί να καλύψει το κενό μέσω επιδοματικών πολιτικών. Τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία ως δίχτυ προστασίας. Δεν συνιστούν, όμως, λύση. Δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος, ούτε διασφαλίζουν βιώσιμη αξιοπρέπεια. Αντίθετα, παγιώνουν μια συνθήκη εξάρτησης.
Παράλληλα, οι υφιστάμενοι κανόνες για πρόωρη συνταξιοδότηση, με μόνιμες αναλογιστικές μειώσεις, επιβαρύνουν περαιτέρω κατηγορίες πολιτών με εξαντλημένη εργασιακή ικανότητα. Η οριζόντια εφαρμογή τους δεν λαμβάνει υπόψη τη φύση και τις συνθήκες κάθε επαγγέλματος.
Η αντιμετώπιση του ζητήματος προϋποθέτει διαφορετική προσέγγιση. Προϋποθέτει αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της αυτοτελούς εργασίας. Προϋποθέτει ενίσχυση των κινήτρων για υψηλότερη ασφαλιστική συμμετοχή σε περιόδους οικονομικής δυνατότητας. Προϋποθέτει στοχευμένες παρεμβάσεις για όσους εγκλωβίστηκαν διαχρονικά σε χαμηλή ασφαλιστική βάση. Κυρίως, προϋποθέτει πολιτική βούληση για μεταρρύθμιση με όρους δικαιοσύνης και όχι απλής διαχείρισης.
Η συζήτηση για τις συντάξεις δεν μπορεί να εξαντλείται σε αριθμούς. Αφορά το συμβόλαιο εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και κράτους. Αφορά τον άνθρωπο που εργάστηκε μια ζωή χωρίς σταθερότητα, χωρίς εγγυήσεις, συχνά χωρίς περιθώριο επιλογών. Αφορά τη βιωσιμότητα της ίδιας της κοινωνικής συνοχής. Η διασφάλιση αξιοπρεπούς σύνταξης δεν είναι παροχή. Είναι υποχρέωση ενός κράτους που επιδιώκει να λειτουργεί με θεσμική συνέπεια και κοινωνική ισορροπία και αυτή η υποχρέωση δεν μπορεί να μετατίθεται.
*Του Σωτήρη Κούππαρη, Αντιδημάρχου Δρούσειας / Υποψήφιου Βουλευτή με τον ΔΗΣΥ στην επαρχία Πάφου.





