Επικαιρότητα

Απέρριψε αίτηση Τυχικού το ανώτατο

Το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση του Μητροπολίτη πρώην Πάφου Τυχικού για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κρίνοντας ότι τα γεγονότα που επιχειρήθηκε να προστεθούν δεν συνδέονται με τρόπο χρήσιμο και ουσιαστικό με το αυστηρά καθορισμένο αντικείμενο της συγκεκριμένης διαδικασίας.

​Η υπόθεση που βρέθηκε ενώπιον του Ανωτάτου δεν ήταν η κύρια αντιδικία γύρω από την επ’ αόριστον αργία του Τυχικού, αλλά ένα πιο ειδικό και τεχνικό αίτημα. Ο πρώην μητροπολίτης Πάφου επιδιώκει άδεια για να προχωρήσει με αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων. Ζητά, ειδικότερα, ένταλμα certiorari για ακύρωση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή της επ’ αόριστον αργίας, ένταλμα mandamus για να υποχρεωθεί η Ιερά Σύνοδος να του παραδώσει σχετικά έγγραφα, και ένταλμα prohibition ώστε να ανασταλεί οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία για την πλήρωση της θέσης του Μητροπολίτη Πάφου, καθώς και οποιαδήποτε συνεδρία της Ιεράς Συνόδου για θέματα που τον αφορούν.

​Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η πλευρά του Τυχικού επανήλθε με ξεχωριστή αίτηση, ζητώντας άδεια να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της βασικής αίτησης που έχει κάνει. Το σημείο που ήθελε να προσθέσει ήταν ότι στο μεταξύ, στις 12 Μαρτίου 2026, είχε εκδοθεί απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί της έκκλητης προσφυγής του κατά της απόφασης της αργίας του και ότι η προσφυγή αυτή είχε απορριφθεί. Μαζί με αυτό, η πλευρά του Τυχικού ήθελε να αναδείξει και σειρά παραπόνων σε σχέση με εκείνη τη διαδικασία και την ορθότητα της απόφασης του Πατριαρχείου.

​Το Ανώτατο καταγράφει ότι μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιχειρήθηκε να τεθούν ενώπιον του μεταγενέστερα γεγονότα, δηλαδή όσα ακολούθησαν μετά την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της 8ης Ιανουαρίου 2026. Ανάμεσά τους ήταν το αποτέλεσμα της έκκλητης προσφυγής στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και οι αιτιάσεις της πλευράς του Τυχικού ότι η απόφαση εκείνη ήταν πλημμελώς αιτιολογημένη, διαδικαστικά προβληματική, αντίθετη προς το δικαίωμά του να ακουστεί και, κατά την άποψή του, μεροληπτική και προειλημμένη.

​Το Δικαστήριο δεν μπήκε στην ουσία αυτών των ισχυρισμών και δεν είπε αν στέκουν ή αν δεν στέκουν. Επίσης δεν αξιολόγησε αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενήργησε σωστά ή λανθασμένα. Είπε πως για το παρόν στάδιο αυτά τα ζητήματα δεν ανήκουν στο πεδίο της συγκεκριμένης διαδικασίας, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που επιχειρήθηκε να τεθούν.

​Το Ανώτατο υπενθυμίζει ότι, με βάση τον Κανονισμό 14 του περί Ανωτάτου Δικαστηρίου Κανονισμού για τα προνομιακά εντάλματα, έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέπει ή όχι την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Όμως αυτό δεν γίνεται μηχανικά. Πρέπει να υπάρχει «καλός λόγος». Και ο καλός λόγος, όπως εξηγεί ο δικαστής, συνδέεται άμεσα με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας και με τις θεραπείες που επιδιώκονται. Με πιο απλά λόγια, δεν αρκεί ένα γεγονός να είναι νεότερο ή εντυπωσιακό. Πρέπει να είναι και πραγματικά χρήσιμο για εκείνο ακριβώς που καλείται να κρίνει το Δικαστήριο.

​Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η καθυστέρηση στην επιδίωξη μιας θεραπείας μπορεί να συνιστά στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, ακόμη και να αγγίζει τα όρια κατάχρησης διαδικασίας. Εδώ όμως κάνει μια σημαντική διευκρίνιση, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν εντοπίζεται τέτοια καθυστέρηση που να επηρεάζει καθοριστικά την πορεία της αίτησης. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση του Τυχικού δεν απορρίφθηκε επειδή άργησε, αλλά επειδή το περιεχόμενό της κρίθηκε ότι δεν ήταν αναγκαίο και χρήσιμο για το θέμα που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο.

​Το πιο καθαρό σημείο της απόφασης είναι εκεί όπου το Ανώτατο ορίζει το εύρος της προνομιακής δικαιοδοσίας που ασκεί στην προκειμένη περίπτωση. Το αντικείμενο, λέει, είναι αυστηρά προκαθορισμένο και αφορά την προγενέστερη απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ημερομηνίας 8 Ιανουαρίου 2026. Η διαδικασία αυτή αφορά την εξασφάλιση άδειας για να αμφισβητηθεί εκείνη η απόφαση, όχι για να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο γύρω από όσα ακολούθησαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

​Το Ανώτατο αποφάνθηκε πως δεν μπορεί κάθε νέα εξέλιξη να φορτώνεται στην ίδια υπόθεση μόνο και μόνο επειδή σχετίζεται πολιτικά, εκκλησιαστικά ή χρονικά με την ευρύτερη διαμάχη. Το δικαστήριο εξετάζει μια συγκεκριμένη δικαστική διαδρομή και όχι όλο το εκκλησιαστικό σίριαλ, γιατί κάποια στιγμή ακόμη και τα δικαστήρια χρειάζονται όρια.

​Η απόφαση δεν λύνει τη βασική διαφορά του Τυχικού με την Ιερά Σύνοδο και δεν αποφαίνεται αν η ποινή της επ’ αόριστον αργίας ήταν νόμιμη ή αν θα ακυρωθεί. Δεν αποφαίνεται ούτε για το αν υπήρξε πρόβλημα στη διαδικασία ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

​Απλώς βάζει ένα σαφές διαδικαστικό πλαίσιο και λέει ότι η αίτηση για εξασφάλιση άδειας θα κριθεί με βάση το αρχικό και συγκεκριμένο αντικείμενό της. Η προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου, όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση, κινείται μέσα σε αυστηρές γραμμές.

​Σε πρακτικό επίπεδο, η απόρριψη της αίτησης σημαίνει ότι ο Τυχικός δεν πήρε το πράσινο φως για να ενισχύσει τη βασική του αίτηση με το υλικό που αφορούσε την απορριπτική εξέλιξη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις ενστάσεις του γύρω από εκείνη τη διαδικασία. Η κύρια διαφορά παραμένει ανοιχτή, αλλά θα κριθεί, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, με τους όρους που ήδη έχουν τεθεί και όχι με προσθήκη νέου υλικού από μεταγενέστερα επεισόδια.

​Πηγή CYPRUS TIMES

Σχετικά Άρθρα

Back to top button