Πολιτική

Ευρωπαϊκές εκλογές με ατζέντα… εσωτερικής κατανάλωσης

Ενώ οι επικείμενες Ευρωεκλογές διεξάγονται σε ένα νευραλγικό και κομβικό χρονικό σημείο για την Ευρώπη, θα αποτελέσει κατ’ εμένα ευχάριστη έκπληξη αν η αποχή κυμανθεί σε χαμηλότερα ποσοστά από τις προηγούμενες ευρωεκλογές, όπου είχε κυμανθεί γύρω στο 56%.

Κάτι τέτοιο μπορεί να επιβεβαιωθεί κατά κάποιο τρόπο, αν συνυπολογίσουμε και την αυξητική τάση προς την αποχή, όπως αυτή καταγράφεται στις προηγούμενες 3 ανάλογες αναμετρήσεις. Περεταίρω, το φαινόμενο της υψηλής αποχής, εκ πρώτης φαίνεται να ευνοεί κάποια κόμματα και είναι δυσμενής για άλλα.

Ο βασικός δε παράγοντας που διαμορφώνει τον βαθμό ενδιαφέροντος των ψηφοφόρων και κατά συνέπεια αυξάνει το ποσοστό της αποχής, είναι το πόσο σημαντικές θεωρούνται οι ευρωεκλογές από τον Κύπριο ψηφοφόρο, σε συνάρτηση με τον σχετικά μικρό αριθμό διαθέσιμων εδρών και τη σχετικά προκαθορισμένη πιθανότητα διεκδίκησής τους από κόμματα και σχηματισμούς.

Επιπλέον, μολονότι το διακύβευμα θα έπρεπε να εστιαζόταν ως προς το ποια θα είναι η επόμενη μέρα που θα ξημερώσει στην Ευρώπη και ως προς το βασικό δίλημμα για «λιγότερη ή περισσότερη Ευρώπη», στην Κύπρο βλέπουμε να καταγράφεται μια ατζέντα με περισσότερα χαρακτηριστικά εσωτερικής κατανάλωσης. Πιο συγκεκριμένα, γνωρίζοντας την «εγχώρια εκλογική αγορά» και τον τρόπο που παράγεται και καταναλώνεται η προεκλογική επικοινωνία στη χώρα μας, πιστεύω ότι θα δοθεί προτεραιότητα σε εσωτερικής κατανάλωσης ζητήματα, γεγονός το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα εκλογικό στερεότυπο στο πλαίσιο του κομματικού μας συστήματος, το οποίο διαχρονικά ευνοεί τη δημιουργία πώλησης και πλασματικής αντιπαράθεσης ως προς το κυπριακό και άλλα θέματα εσωτερικής κατανάλωσης. Συνεπώς, το πιο πάνω γεγονός μπορεί να επιβεβαιωθεί αφενός από τον ετερόκλητο και καθ’ όλα ευκαιριακό χαρακτήρα κάποιων συνεργασιών, που επιχειρούνται μεταξύ κομμάτων ή ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικές ευρωπαϊκές ομάδες και οι οποίες εκ πρώτης φαίνονται να εδράζονται σε οποιαδήποτε αλλά κριτήρια και όχι σε ένα κοινό ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Αν και θεωρώ πρώιμη και παρακινδυνευμένη την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, πιστεύω ότι ο ΔΗΣΥ, εύκολα ή δύσκολα αναμένεται να διατηρήσει την πρώτη θέση.

Αναφορικά δε με το ΑΚΕΛ, το διακύβευμα δεν είναι η διατήρηση της δεύτερης θέσης, που θεωρείται κατά κάποιο τρόπο δεδομένη, αλλά η συρρίκνωση ή τουλάχιστον η διατήρηση της απόστασης από τον πρώτο και η επιμήκυνση ή έστω η διατήρηση της απόστασης από τον τρίτο.

Το ενδιαφέρον δε της όλης αναμέτρησης, εστιάζεται στο κατά πόσον η έκτη έδρα θα παραμείνει στα χέρια του δημοκρατικού τόξου και κατ’ επέκταση στην ομάδα των Σοσιαλιστών Δημοκρατών ή θα κινηθεί στο τόξο του ευρωσκεπτικισμού και της ακροδεξιάς. Επ’ αυτού, θεωρώ λογικό ότι η ενδεχόμενη αύξηση των ποσοστών του ΕΛΑΜ θα χρησιμοποιηθεί ευρέως στην επιχειρηματολογία πολλών κομμάτων προς προσέλκυση των δικών τους ψηφοφόρων, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας αποφυγής ενός τέτοιου ενδεχομένου.

Ένα άλλο σημείο που χρήζει ιδιαίτερου σχολιασμού είναι η «προσφιλής» τάση/ροπή προς το φαινόμενο της πριμοδότησης, το οποίο, όπως προκύπτει από σχετική ποιοτική εύρυνα (Focus Group), ξαναβγαίνει στο προσκήνιο και τροφοδοτούνται φήμες ότι θα χρησιμοποιηθεί προς τέρψιν κάποιων σκοπιμοτήτων και στις ευρωεκλογές. Διευκρινίζω ότι στο παρόν στάδιο κάτι τέτοιο κινείται στη σφαίρα της εικασίας, ωστόσο αν εν τέλει ισχύσει, θα σημαίνει ότι το φαινόμενο της στρεβλωτικής ψήφου πλέον μπαίνει για τα καλά στην εκλογική μας κουλτούρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Χάρης Φ Σοφοκλέους

(BA, MSc, Mphil, PhD (C))

Σύμβουλος/ Αναλυτής Εταιρικής και Πολίτικης Επικοινωνίας

Διευθυντής Strategico Consulting Group

Δείτε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Δείτε Επίσης
Close
Back to top button