Πάφος

«Ανακάλυψε» γιαγιά στο Νέο Χωριό και πήρε υπηκοότητα

Επιτυχής ήταν η έφεση αιτητή για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας με καταγωγή από τη Συρία κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με απόφαση του Εφετείου που εκδόθηκε και δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη.

Όπως αναφέρεται στο κείμενο της απόφασης, ο εφεσείων, κάτοχος τουρκοκυπριακού «διαβατηρίου» και «ταυτότητας», “ισχυρίζεται ότι γιαγιά του είναι κάποια N[…] N[…] MUSTAFA, η οποία γεννήθηκε το έτος 1918 στο Νέο Χωρίο, τότε υπό αποικιοκρατικό καθεστώς, και η οποία απέκτησε, το έτος 1952 από την τότε αποικιοκρατική κυβέρνηση, διαβατήριο, βάσει του οποίου, αλλά και πρόσθετου ισχυρισμού του ότι, δύο από τα τέσσερα αδέλφια του εφεσείοντα διαμένουν στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και έγιναν, κατόπιν έγκρισης σχετικών αιτήσεων τους, κάτοχοι κυπριακών ταυτοτήτων και διαβατηρίων ήδη από το έτος 2005, ο εφεσείων υπέβαλε, στις 10.11.2015, αίτηση για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας”.

Σημειώνεται ότι στην αίτηση δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης μέχρι τις 22.2.2017, “ημερομηνία κατά την οποία ο εφεσείων καταχώρησε την προσφυγή με την οποία ισχυρίστηκε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της εφεσίβλητης, όπως εξετάσει και απαντήσει στην αίτησή του, ζητώντας σχετική απόφαση από το δικαστήριο, στα πλαίσια του Άρθρου 146 του Συντάγματος”.

Συμπληρώνεται ότι “εκκρεμούσης της εκδίκασης εν λόγω προσφυγής, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης με επιστολή του ημερομηνίας 22.1.2018 προς τον εφεσείοντα και προκειμένου, ως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, να εξεταστεί περαιτέρω η αίτησή του, του ζήτησε όπως προσκομίσει πρόσθετα έγγραφα, ήτοι δεόντως επικυρωμένα πιστοποιητικά γεννήσεως των γονέων του από τις αρμόδιες αρχές της χώρας του, αντίγραφο του διαβατηρίου του από τη χώρα καταγωγής του, καθώς επίσης όπως ο εφεσείων διευκρινίσει τη διαφορετική αναγραφή του ονόματός του στο πιστοποιητικό γεννήσεως του, σε σχέση με την αναγραφή αυτού σε άλλα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει στα πλαίσια της αίτησης του”.

“Συμμορφούμενος ο εφεσείων, προσκόμισε στο Τμήμα, στις 31.1.2018, φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του από τη χώρα καταγωγής του, φωτοαντίγραφα των πιστοποιητικών γέννησης και των διαβατηρίων των γονέων του από τη χώρα καταγωγής του, φωτοαντίγραφο εγγράφου της οικογενειακής του κατάστασης και, τέλος, χειρόγραφη επεξήγηση της διαφορετικότητας του ονόματός του που εντοπίζεται σε διάφορα έγγραφα”, σημειώνεται.

Όπως αναφέρεται, με τον πρώτο λόγο εφέσεως, ο εφεσείων βάλλει κατά του ευρήματος του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν υφίσταται, στην υπό εξέταση περίπτωση, παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και ότι το χρονικό διάστημα, το οποίο παρήλθε προς εξέταση της αίτησης, ήταν εύλογο και επιβεβλημένο.

Επίσης σημειώνει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε, στα πλαίσια εξέτασης, κατά πόσον είχε παρέλθει ή μη ο εύλογος χρόνος για λήψη απόφασης επί της αίτησης, ότι, υφίστατο ανάγκη διαπίστωσης της αυθεντικότητας των στοιχείων ως προς την καταγωγή της γιαγιάς του εφεσείοντα, ενώ αυτά ήταν ενώπιον της εφεσίβλητης, εξετάστηκαν και έγιναν ήδη αποδεκτά ως αυθεντικά, αφού στη βάση αυτών δύο αδέλφια του εφεσείοντα ενεγράφησαν ως Κύπριοι υπήκοοι.

Πρόσθετα, “εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε άνευ στοιχείων που να υποστηρίζονται από το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης ότι, διεξάγονται έρευνες μέσω διπλωματικών αποστολών για τη διαπίστωση της αυθεντικότητας των στοιχείων του αιτητή, αλλά και γενικότερα”. Τέλος, το πρωτόδικο δικαστήριο “εσφαλμένα αποφάσισε περί μη ύπαρξης παράλειψης απάντησης στην αίτηση του εφεσείοντα, παρά τη διαπίστωση ότι, τον Ιανουάριο του 2018 η εφεσίβλητη ζήτησε από τον εφεσείοντα συμπληρωματικά στοιχεία και διευκρινήσεις”.

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εφεσείων υποστηρίζει ότι, έστω και αν απορρίφθηκε η προσφυγή του από το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν εδικαιολογείτο η επιδίκαση εξόδων εναντίον του εφεσείοντα, αφού ορθώς αυτός καταχώρησε την προσφυγή του, ενόψει του ότι, από τις 10.11.2015, ημερομηνία υποβολής της αίτησης έως τις 22.2.2017, ημερομηνία καταχώρησης της προσφυγής του, δεν εξετάστηκε και δεν απαντήθηκε η αίτηση εκ μέρους της εφεσίβλητης, αναφέρεται.

Έχοντας εξετάσει τα παραπάνω με ιδιαίτερη προσοχή στη βάση του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, το Εφετείο αναφέρει  πως “η θέση της εφεσίβλητης ότι δεν είναι νομικά νοητή η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας που άπτεται, κατά την εφεσίβλητη, άσκησης διακριτικής ευχέρειας, δεν βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση”.

Προσθέτει ότι το καίριο και καθοριστικό ερώτημα είναι κατά πόσον είχε παρέλθει ο εύλογος χρόνος, “λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, για τη λήψη απόφασης επί του αιτήματος του αιτητή μέχρι την ημέρα καταχώρησης της προσφυγής του, ήτοι δεκατέσσερεις  και πλέον μήνες μετά την υποβολή της αίτησης του (στην καλύτερη των περιπτώσεων για την εφεσίβλητη, η οποία δεν έχει μέχρι και σήμερα, επτά χρόνια και 11 μήνες μετά την υποβολή της αίτησης του εφεσείοντα, απαντήσει), με αποτέλεσμα, σε τέτοια περίπτωση, να υπάρχει παράλειψη λήψης απόφασης, η απάντηση προς το οποίο, σύμφωνα με το Εφετείο, είναι καταφατική”.

Συνεπώς, με βάση τα προλεχθέντα, “ο πρώτος λόγος έφεσης γίνεται αποδεκτός, ενώ εκ του εν λόγω αποτελέσματος γίνεται αποδεκτός και ο δεύτερος λόγος έφεσης, με το σκεπτικό ότι τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα έξοδα ήταν απόρροια του απορριπτικού αποτελέσματος στην προσφυγή του εφεσείοντα, το οποίο με την παρούσα απόφαση έχει ανατραπεί”, αναφέρεται.

Συμπληρώνεται πως “η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στην ολότητά της, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων αυτής, ενώ η παράλειψη της εφεσίβλητης, να απαντήσει εντός ευλόγου χρόνου στο προαναφερθέν αίτημα του εφεσείοντα, κηρύσσεται άκυρη και παν παραληφθέν έδει να είχε εκτελεσθεί, με τα συνολικά έξοδα που επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον της εφεσίβλητης να ανέρχονται στο ύψος των 4000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.”.

Δείτε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Back to top button